αἰσθητῶν

αἰσθητής
one who perceives
masc gen pl
αἰσθητός
sensible
fem gen pl
αἰσθητός
sensible
masc/neut gen pl
αἰσθητός
sensible
masc/fem/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ατομικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε άτομο και όχι στο σύνολο ή σε ομάδα («ατομικός λογαριασμός», «ατομική υπόθεση») 2. φρ. α) «ατομικά δικαιώματα» ή «ατομικές ελευθερίες» μορφές εγγύησης του Συντάγματος από πιθανές αυθαιρεσίες των φορέων της …   Dictionary of Greek

  • Sense and Sensibilia (Aristotle) — Sense and Sensibilia (or On Sense and the Sensible, On Sense and What is Sensed, On Sense Perception; Ancient Greek: Περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν, Latin: De sensu et sensibilibus, De sensu et sensili, De sensu et sensato) is one of the short… …   Wikipedia

  • Теофраст — (371 286 г. до Р. Хр.) знаменитый греческий ученый, называемый отцом ботаники, родом с острова Лесбоса из города Эреза, откуда и прозвание Theophrastos Eresios. Слушал сначала Левкиппа в родном городе, потом Платона, а после его смерти перешел к… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Corpus Aristotelicum — bezeichnet die Schriften des Aristoteles, die auf uns gekommen sind; die Rezeption begann bereits im Hellenismus und wurde in der Spätantike intensiviert. Dabei handelt es sich in der großen Mehrheit um esoterische Schriften, die nicht (zumindest …   Deutsch Wikipedia

  • Аристотель — У этого термина существуют и другие значения, см. Аристотель (значения). Аристотель Ἀριστοτέλης …   Википедия

  • народьныи — (8*) пр. 1.Народный, людской: Оукланѧисѧ часто народьнааго мѧтежа. Изб 1076, 254; в тихости быти. к себѣ же и не приѥмлюще чювьствы. плища народнаго въ д҃шю. (τοὺς ἐκ τῶν αἰσϑητῶν ϑορύβους!) ПНЧ XIV, 144б; хранисѧ ѿ таковы˫а стрѣлы не исходить въ …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Πυθαγόρας — I Έλληνας φιλόσοφος και μαθηματικός (Σάμος 585 – 565 π.Χ. – ; Μεταπόντιον 500; π.X.). Αναγκάστηκε να φύγει από την πατρίδα του εξαιτίας ίσως της τυραννίας του Πολυκράτη, και πήγε στη Μεγάλη Ελλάδα και στον Κρότωνα όπου, κατά το 530, ίδρυσε τη… …   Dictionary of Greek

  • μέθεξη — η (Α μέθεξις, εως) 1. μετοχή, συμμετοχή, (επι)κοινωνία με κάτι («διὰ τὴν μέθεξιν ταὐτοῡ πρὸς ἑαυτὴν οὕτω λέγομεν», Πλάτ.) 2. (φιλοσ.) (κατά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη) η (επι)κοινωνία, η συμμετοχή τών αισθητών πραγμάτων στις ιδέες, τών… …   Dictionary of Greek

  • νιρβάνα — Όρος που προέρχεται από τη σανσκριτική γλώσσα, σημαίνει εκμηδένιση και υιοθετήθηκε από τον βουδισμό και τον τζαϊνισμό για να χαρακτηρίσει την εκμηδένιση, δια της άσκησης, της ανάγκης, που οφείλεται στο κάρμα, γέννησης και θανάτου στον ακαθόριστο… …   Dictionary of Greek

  • ορθολογισμός — I (Αρχιτ.). Στην αρχιτεκτονική, τάση που θεωρείται θεμελιώδης στις σύγχρονες εξελίξεις της ευρωπαϊκής και εξωευρωπαϊκής τέχνης. Το προσόν της είναι ότι προώθησε έναν ενιαίο και νέο ρυθμό στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και των εφαρμοσμένων τεχνών,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.